Άτακτες σκέψεις

Βγαίνω από το σπίτι. Όλα είναι στενάχωρα. Η ελπίδα έρχεται. Έρχεται το τέλος. Τα τραίνα εκτροχιάζονται. Τα ποτάμια φουσκώνουν. Περπατώ προς το βουνό. Πίσω μου σύννεφα βαριά, μαύρα, προμύνημα καταιγίδας. Δε βιάζομαι, δε φοβάμαι το νερό. Έχω φτάσει στην άκρη της πόλης. Αρχίζει η χαλαζόπτωση. Μπαίνω στο δάσος και συνεχίζω να ανηφορίζω. Έχω ανάγκη να δω την πόλη από ψηλά. Μόνος ήχος τώρα ο ήχος της βροχής. Η μπόρα πέρασε από πάνω μου γρήγορα. Στέκομαι μουσκεμένος και ακούω. Ακούω ένα βουητό. Μία μόνιμη χαμηλή συχνότητα, συνοθύλευμα φόβου, ανησυχίας, βιασύνης για τα επερχόμενα δεινά, χαράς, ελπίδας, προσμονής για ένα καλύτερο αύριο. Ένα καλύτερο αύριο για τον καθένα από μας ξεχωριστά.

Είμαι τώρα αρκετά ψηλά. Ο ορίζοντας καθαρίζει. Ο ήλιος είναι χρυσός. Η πόλη λάμπει φρεσκοπλυμένη και καθρεφτίζει τα χρώματά της στα λίγα σύνεφα που απέμειναν. Νοιώθω μικρός και ασήμαντος. 10 λεπτά τώρα στέκομαι ακίνητος, μαγεμένος από το θέαμα. Ο ήλιος πέφτει στον ορίζοντα κι εγώ αρχίζω σιγά σιγά να κρυώνω. Ώρα να πάρω τον κατήφορο.

Το βουητό αρχίζει να σπάει σε πολλά κομάτια καθώς πλησιάζω και πάλι την πόλη. Στη γέφυρα της περιφερειακής στέκομαι για λίγο σοκαρισμένος από τη φασαρία των αυτοκινήτων. Πέρα δώθε ασταμάτητο. Δουλειά – σπίτι – βόλτα και πάλι από την αρχή. Περπατώ στις γειτονιές της Τούμπας. Παντού γύρω μου παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Φτηνά μνημεία της προσωπικής μας δόξας ρημάζουν κατά μήκος των πεζοδρομίων. Τα σιχαίνομαι τα αυτοκίνητα. Κίτρινα, κόκκινα, μπλε, γκρι, άσπρα κλουβιά. Στο βάθος μία κυρία που ανηφορίζει. Κρατά τρεις πλαστικές σακούλες. Σκέφτομαι να προσφέρω τη βοήθειά μου μιας και φαίνεται τόσο κουρασμένη. Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα φοβηθεί. Πριν προλάβω να το καλοσκεφτώ μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά και αλλάζει κατεύθυνση. Στριμώχνεται ανάμεσα στα αυτοκίνητα και περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στο μυαλό μου η εικόνα της μάνας μου, στην ίδια θέση με την κυρία. Πόσο θα ήθελα κάποιος να βοηθά τη μάνα μου όταν εγώ δεν είμαι εκεί. Χτυπά το τηλέφωνό μου. Η σκέψη μου σκάει σαν σαπουνόφουσκα. Εκκρεμότητες παντού. Νοίκι, φως, νερό, τηλέφωνο, προθεσμίες παντού. Προσδοκίες παντού. Ο ήλιος λάμπει ακόμα αλλά εγώ τον έχω ξεχάσει.

Το βήμα μου έγινε ταχύ. Συγχρονίστηκε και πάλι με την καθημερινότητά μου. Η πόλη από κοντά δε θυμίζει σε τίποτα εκείνη την απαστράπτουσα εικόνα που αντίκρισα μισή ώρα πριν. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες ο ουρανός κομματιασμένος. Δεν μπορώ να δω πέρα από εκατό μέτρα. Ένας πατέρας με δυο μικρά παιδιά επιστρέφουν στο σπίτι τους από το σχολείο. Τα παιδιά μοιάζουν ανέμελα αλλά δεν αφήνουν ούτε στιγμή το χέρι του. Είμαι σίγουρος οτι κάνει ότι περνάει από το χέρι του για αυτά τα δύο παιδιά. Έχει θυσιάσει τα πάντα για την πρόοδο και την ευημερία τους. Μέχρι πρόσφατα έκρινα πολύ αυστηρά τους νέους γονείς, φίλους και συγγενείς, για χίλια δυο στραβά κι ανάποδα. Όχι πια.

Δεν ξέρω που να σταματήσω, δεν ξέρω πως να κλείσω αυτό το κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχει τέλος. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό στη μέχρι τώρα ζωή μου. Για την ακρίβεια τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο για μένα. Για κάποιο λόγο όμως, σήμερα η μέρα μου είναι γκρι. Άτακτες σκέψεις ατίθασες ταλανίζουν το μυαλό μου.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Cre8ive Interest

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s